ΜΠΕΚΑΤΣΑ

Γνωστό πουλί των υγρών δασών που παρατηρείται δύσκολα , ξεμυτίζει…

Γνωστό πουλί των υγρών δασών που παρατηρείται δύσκολα , ξεμυτίζει από τον κρυψώνα της το σούρουπο για να κατέβει για τροφή στον κάμπο και με το χάραμα αναβαίνει πάλι προς τον κρυψώνα της για να περάσει την ημέρα. Το φτέρωμα της που έχει το χρώμα των φνινοπωρινών φύλλων , της χάρισε το παρατσούκλι «ωχροκίτρινη» . Το ράμφος , χαρακτηριστικό της οικογένειας , είναι μακρύ , αρκετά στραπατσαρισμένο και ελαφρά κυρτωμένο στην άκρη. Έχει μήκος , κατά μέσο όρο 70 χιλιοστά. Ορισμένα πουλιά έχουν κοντά ράμφη, που το μήκος τους δε ξεπερνά τα 30 με 50 χιλιοστά, αυτές είναι οι κοντομύτες όπως τις λέμε. Σύμφωνα με τον Φρογκιλιόνε πρόκειται για προσαρμογή του είδους σε μελλοντικές πηγές τροφής.

Βιότοπος

Τα ελατοδάση , τον πρώτο καιρό , αλλά και τα δάση με κωνοφόρα δέντρα και οξιές θεωρούνται το Βασίλειο της φτερωτής βασίλισσας . Εκεί ξεκινούν και οι πρώτες κυνηγετικές περιπλανήσεις των μπεκατσοκυνηγών με μερικούς από αυτούς να είναι τυχεροί στις προβλέψεις και τις επιλογές τους. Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν τον Οκτώβρη είναι συνήθως ήπιες με μέτριες βροχοπτώσεις και θερμοκρασίες που κυμαίνονται από 20 οC έως 26. οι πρώτες μπεκάτσες κάτω από αυτές τις συνθήκες δύσκολα θα επισκεφτούν τα χαμηλά υψόμετρα και τον κάμπο, δείχνοντας προτίμηση στα μεγάλα υψόμετρα με πλατύφυλλα και κωνοφόρα δάση. Η μπεκάτσα είναι πιστή στις περιοχές νυχτερινής συγκέντρωσης και στα ημερήσια καταφύγια της. Αυτό το βασικό πουλί των δασών καταφεύγει σε μέρη που ανταποκρίνονται σε πολύ συγκεκριμένα κριτήρια , που πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της για τροφή. Καθώς η βάση της διατροφής της είναι τα σκουλήκια της γης, το έδαφος θα πρέπει να είναι απαλό και υγρό. Η μπεκάτσα φαίνεται να δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση στα δάση και στα σύδεντρα με πυκνά φύλλα, που η ηλικία των δέντρων κυμαίνεται από 4-15 χρόνων και που έχουν ανάμεσα τους χωράφια και λιβάδια. Εκτιμά την πολυμορφία στους τρόπους της καλλιέργειας με πολλές χέρσες εκτάσεις και ξέφωτα, που αφήνουν να φανούν ηλιόλο Στις μεσογειακές περιοχές , συναντούμε τη μπεκάτσα σε αλσύλλια των ακτών, σε λόφους με θάμνους , σε δάση με πράσινες καστανιές, συχνά κοντά σε βαθουλώματα και μικρές κοιλάδες.

 

Απεχθάνεται δασώδεις περιοχές που σκεπάζουν ψηλά χόρτα τα οποία εμποδίζουν την πορεία της στο έδαφος και δεν της αρέσουν τα πυκνά μέρη με ψηλά δέντρα που ενοχλούν την πτήση της και την υποχρεώνουν σε μεγάλη προσπάθεια για να ανέβει πιο ψηλά από τις κορυφές των δέντρων. Οι περιοχές που σημειώνονται πλημμύρες επίσης δεν της αρέσουν . Της αρέσει πολύ η ησυχία . κατά την περίοδο της μετανάστευσης μπορούμε να την βρούμε σε μέρη απίθανα . Στην διάρκεια αυτής της εποχής , συχνάζει πολλές φορές σε χώρους πιο ανοικτούς , χωράφια , πεδιάδες , λόφοι με ρείκια , δασικές καλλιέργειες κλπ Οι κλιματολογικές συνθήκες επηρεάζουν πολύ τους τόπους στάθμευσης των κοπαδιών, η παγωνιά, το χιόνι, η βροχή , ο αέρας κλπ Mία πρόσφατη μελέτη ειδικών φανερώνει ότι η διατροφή της μπεκάτσα; αποτελείται κατά το 80% από σκουλήκια του χώματος. Οι ερευνητές μέτρησαν τα κατάλοιπα ουσιών των ασπόνδυλων σαν τα μόνα στοιχεία τα οποία είναι φανερά στο στομαχικό περιεχόμενο απ’ όσες μπεκάτσες ανάλυσαν. Λένε συγκεκριμένα ότι οι περιοχές με μεγάλη πυκνότητα μπεκάτσας έχουν κλίμα ήπιο και υγρό, που ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των σκουληκιών . Οι τρόποι της αγροτικής εκμετάλλευσης παίζουν σπουδαίο ρόλο στην κατανομή των πουλιών, μια ποτ τα σκουλήκια είναι άφθονα στις περιοχές κτηνοτροφίας , εκεί που ο φυσικός περίγυρος εμφανίζει μια αλληλουχία λιβαδιών που κόβονται από δασώδεις εκτάσεις.

Οι άλλες λείες που συμπληρώνουν την ημερήσια διατροφή της μπεκάτσας, ανήκουν προ πάντων στα μικρόζωα του εδάφους, σαρανταποδαρούσες , ξυλοφθείρες, έντομα και οι νύμφες τους. Η γρήγορη πέψη του πουλιού το αναγκάζει σε λαιμαργία . καρφώνει το ράμφος της στο υγρό χώμα πριν πραγματοποίηση τα βιαστικά πήγαινε έλα της. Για να προσελκύσει σκουλήκια στην επιφάνεια χτυπά σαν ταμπούρλο το χώμα με τα πόδια της , απομιμούμενη χωρίς αμφιβολία τον βηματισμό ενός τυφλοπόντικα . Όταν το έδαφος είναι ξηρό η παγωμένο , περιορίζεται να τρώει βρύα η πεθαμένα φύλλα. Στα λιβάδια ψαχουλεύει συχνά τις σβουνιές των αγελάδων αναζητώντας νύμφες από δίπτερα. Στα δάση , σκαλίζει τα σαπισμένα στρώματα για να βρει ξυλόφθειρες , σαρανταποδαρούσες κι άλλα ξυλοφάγα ζωύφια. Όταν το κρύο καθιστά την τροφή απρόσιτη η μπεκάτσα συχνάζει σε όχθες ρυακιών και τρεχούμενων νερών , συλλαμβάνοντας νύμφες υδροβίων εντόμων. Καταναλώνει ακόμα ξηρούς άγριους καρπούς από μυρτίλους , μυρσίνες ,καρπούς μαυράγκαθων νεαρά φύτρα την άνοιξη. Σε περιπτώσεις παγετού και χιονοπτώσεων , οι μπεκάτσες μετακινούνται νότια , όπου τα φαινόμενα είναι ηπιότερα , αλλά και στις παράλιες περιοχές με επίκεντρο την νησιώτικη χώρα.

Αναπαραγωγή

 

Η περίοδος αναπαραγωγής αρχίζει με τα ανοιξιάτικα περάσματα , που έχουν σαν σημείο αναφοράς τα καλέσματα του αρσενικού σε πτήση . Αν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι ήπιες και στις περιοχές όπου η μπεκάτσα είναι ενδημική , αυτό το κάλεσμα μπορεί να αρχίσει το τέλος Φλεβάρη . Κατά τα άλλα το ζευγάρωμα θα γίνει με την άφιξη των πρώτων αρσενικών , τον μήνα Μάρτη ως τα μέσα Απρίλη. Ένα αρσενικό που καλεί πάντως σε αυτές τις περιόδους δεν προσφέρει πάντα ενδείξεις για φώλιασμα , επειδή πλήθος διαβατάρικα πουλιά μπορούν να επιδοθούν σ’ αυτού του είδους την ερωτική επίδειξη και να συνεχίσουν ύστερα την μετανάστευση τους. Η αρχή του καλέσματος συνδέεται στενά με την θερμοκρασία του περίγυρου και περιορίζεται πολύ από δροσερούς βόρειους η βορειοανατολικούς ανέμους. Αντίθετα οι ήρεμες και ζεστές βραδιές είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές. Τα’ αρσενικά εγκαταλείπουν το καταφύγιο της ημέρας , περίπου μισή ώρα πριν πέσει η νύχτα, «όταν τα κοτσύφια σταματούν το τραγούδι», κι’ εκτινάσσονται στον αέρα, για να αρχίσουν το τραγούδι τους. Το αρσενικό δεν έχει κάποια περιοχή , απλώς πετά και αφήνει το κάλεσμα του που επαναλαμβάνεται κάθε 2-4 δευτερόλεπτα.

Πραγματοποιεί πολύπλοκους κύκλους , καθώς απλώνεται σε καμιά εξηνταριά στρέμματα και δίνοντας την προτίμηση του σε ξέφωτα , άκρες δάσους , χαμηλά σύδεντρα. Στο διάστημα αυτών των πτήσεων , μειώνει προοδευτικά το ύψος του στο βαθμό που πέφτει το σκοτάδι. Τα σφυρίγματα του γίνονται επιθετικά , έντονα , αν συναντήσει κάποιον αντίζηλο , χωρίς παρ’ όλα αυτά να επιδοθεί σε πραγματική μάχη. Τα θηλυκά εκδηλώνουν την παρουσία τους πηδώντας επιτόπου, σο έδαφος . Συχνά ακόμη σηκώνονται στον αέρα να συναντήσουν το αρσενικό. Τότε είναι που αρχίζει η πραγματική παράτα. Το αρσενικό κόβει βόλτες γύρω από την σύντροφο του , φουσκώνοντας και εκθέτοντας το λευκό φτέρωμα κάτω από την ουρά του, ενώ τα πτερύγια του μένουν πεφτά τρεμουλιαστά . Όταν ολοκληρωθεί το ζευγάρωμα το αρσενικό μπορεί να συνεχίσει τα καλέσματα για να γοητεύσει κι άλλα θηλυκά , εγκαταλείποντας τη σύντροφο του. Είναι μετά από αυτή την περίοδο που εκείνη θ’ αναζητήσει τοποθεσία εμφώλευσης. Ένα δεύτερο ζευγαρώματα του θηλυκού μπορεί να γίνει Ιούνη -Ιούλη.

 

H φωλιά , γίνεται στο έδαφος με μικρή κάλυψη από κλαράκια , χορταράκια κλπ. Η μπεκάτσα πραγματοποιεί μια η δύο γέννες το χρόνο . Η πρώτη μπορεί ν’ αρχίσει στα τέλη Μαρτίου και η δεύτερη Ιούνη – Ιούλη. Είναι το θηλυκό μόνο που ψάχνει για ένα τόπο φωλιάς , και αφού την ταχτοποιήσει γεννά και κλωσά τα αυγά. Η φωλιά φτιάχνεται συχνά σ’ ένα μεγάλο ξέφωτο του δάσους , όπου το έδαφος δεν παρουσιάζει εμπόδια , έτσι διευκολύνει τις μετακινήσεις των μικρών . Συναντούμε συχνά φωλιές στα όρια μιας αλέας του δάσους , στο επίπεδο της ζώνης επαφής ανάμεσα σε δύο διαφορετικά δασώδη υψώματα, κοντά σ’ ένα ξέφωτο , στα πόδια ενός δέντρου η ενός θάμνου από μυρτίλους στο βουνό.

Τέσσερα αυγά γεννιούνται σε διαστήματα 24-48 ωρών , που τα χρώματα τους γκρίζα ως καφέ-κόκκινα με σκούρες βούλες και πλάκες , απομιμούνται πολύ καλά το περιβάλλον . Ζυγίζουν από 23-27 γραμμάρια . Τα μικρά σπάζουν το περίβλημα ταυτόχρονα , ύστερα από κλώσημα 22-23 ημερών. Στην διάρκεια όλης αυτής της περιόδου , το θηλυκό παραμένει σ’ απόλυτη ακινησία . Αφιερώνει μια μόνο ώρα την ημέρα στην αναζήτηση της τροφής της , παίρνοντας δύο βιαστικά γεύματα.. Το πρωί με την αυγή και το δεύτερο στο τέλος του απογεύματος. Όταν φεύγει ψάχνοντας για τροφή, βγαίνοντας από τη φωλιά της , κάνοντας μια διαδρομή με τα πόδια πριν πετάξει . Κάνει την ίδια μανούβρα και στην επιστροφή , μη σταματώντας ποτέ πολύ κοντά στη φωλιά. Τα μικρά , που εγκαταλείπουν γρήγορα την φωλιά τους , εξερευνούν τον περίγυρο με την καθοδήγηση της μητέρας, λίγο μόνο ώρες μετά τη γέννηση τους. Τα μιμητικά του περιβάλλοντος πούπουλα τους τα βοηθούν να περάσουν απαρατήρητα από τους εχθρούς τους. Πλήθος παρατηρήσεων μας κάνουν να πιστέψουμε ότι το θηλυκό είναι ικανό, να μεταφέρει τα μικρά της , ένα ένα σε πτήση κρατώντας τα ανάμεσα στους μηρούς της και το στήθος !! Μετά το φώλιασμα η μπεκάτσα κρύβεται σε συστάδες θάμνων για ν’ αλλάξει φτέρωμα.

Συμπεριφορά

Η μπεκάτσα είναι ένα πολύ διακριτικό πουλί , πιστό στους τόπους του και στις συνήθειες του, ζώντας μοναχικά η πιο σπάνια σε ζευγάρια. Παρ’ όλο που είναι ικανή να πραγματοποιήσει ξαφνικά πετάγματα μέσ’ από τα πιο πυκνά φυλλώματα , μετακινείται περισσότερο με τα πόδια. Ως την πρόσφατη εποχή θεωρούσαμε τη μπεκάτσα σαν πουλί μ’ έντονες νυχτόβιες συνήθειες. Πρόσφατοι πειραματισμοί όμως που χρησιμοποίησαν ραδιοτηλεμετρήσεις διέψευσαν αυτή την άποψη. Στην πραγματικότητα η μπεκάτσα έχει δύο εποχιακούς ρυθμούς δραστηριότητας , που όμως δε σχετίζονται αναγκαστικά με την αναζήτηση της τροφής. Στην διάρκεια όλης της άνοιξης και του καλοκαιριού , όπου η φωτεινότητα είναι έντονη η μπεκάτσα τρέφεται και την μέρα κυρίως.

 

Η μείωση του φωτισμού μέσα στο χειμώνα την υποκινεί ν’ αναζητεί την τροφή της με το δειλινό και στη διάρκεια της νύχτας. Της αρέσει ν’ αναπαύεται στον ήλιο και μέσα στα ξέφωτα η στα όρια των δασών. Ο «καθρέπτης» της μπεκάτσας είναι η κουτσουλιά ης. Ο κάθε καλός κυνηγός ξέρει να αναγνωρίζει τις κουτσουλιές αυτού του πουλιού , που τις ονομάζουμε και καθρέπτη. Ανάλογα με το χρώμα τους , την πυκνότητα η την όψη τους , ο κυνηγός μπορεί να πει πόσο φρέσκες είναι. Αυτές τις κουτσουλιές η μπεκάτσα συχνά τις αφήνει πετώντας. Πολύ υγρές σχηματίζουν μία λευκή κηλίδα , που στο κέντρο της έχει μαύρη βούλα χωματοειδούς σύστασης. Όταν η κουτσουλιά είναι φρέσκια γυαλίζει. Με νοτιά φωλιάζει σε βορινά σημεία , ενώ αντίθετα με βοριάδες δείχνει προτίμηση στις ρεματιές (στα μέτρια υψόμετρα) , ενώ με την παγωνιά μέσα στις ζεστές ασφάκες και στα ανοίγματα των πουρναριών. Αυτά σε φυσιολογικές συμπεριφορές , αλλά αυτό το πουλί ποτέ δεν είναι προβλέψιμο , μπορεί να αντιδράσει κάθε φορά και διαφορετικά , γι’ αυτό είναι και τόσο αγαπητό και μαγικό για εμάς τους κυνηγούς , που την ψάχνουμε σαν τρελοί στα πανέμορφα , μοναχικά , άγρια μέρη της. Η μόνη συνήθεια που δεν αλλάζει και η οποία είναι και η κατάρα της είναι αυτή της εύρεσης της τροφής . Το βράδυ ακριβώς την ίδια ώρα κατεβαίνει για την τροφή της στον κάμπο και αντίστοιχα την αυγή ανεβαίνει χορτάτη για να πάει στο σπίτι της και στην ησυχία της. Αυτά τα λεπτά τα οποία δεν είναι πάνω από 15-20 αντίστοιχα βράδυ , πρωί την περιμένουν κάποιοι οι οποίοι θέλουν να λέγονται κυνηγοί, αλλά δεν είναι τίποτε άλλο από δολοφόνοι, γιατί δολοφονούν την βελουδομάτα (χωρίς αυτή να μπορεί να αμυνθεί) η την τραυματίζουν άσκοπα τις περισσότερες φορές , αφού λόγο ελλείψεως του φωτός δεν την βρίσκουν καν !!
Όλοι οι κυνηγοί γνωρίζουν καλά την μπεκάτσα η καλύτερα νομίζουν πως την ξέρουν καλά. Ποιος δεν την έχει δει να σηκώνεται με γρήγορη και ξαφνική πτήση ανάμεσα στα φυλλώματα του δάσους , ποιος δεν την έχει παρατηρήσει την αυγή η στη δύση να μπαίνει και να βγαίνει σιωπηλά από το δάσος . Και όμως παρόλα αυτά , παρόλο που μιλάνε πολύ και γράψανε πολύ για τη μπεκάτσα η «Βασίλισσα του δάσους» συνεχίζει να είναι ένα μυστηριώδες πουλί .

Το ρολόι της μπεκάτσας έχει δείχτες το φως. Γλιστράνε από την αυγή στο καντράν του δάσους και καταναλώνουν τις ώρες της ζωής . Κυλάνε ανάμεσα στα φύλλα του υλοτομημένου δάσους και στους ανοιχτόχρωμους κορμούς της σημύδας , στις μεγαλειώδεις βελανιδιές και στα βάτα που ο άνεμος συνεχίζει να παγώνει.
Έτσι η ζωή και ο κόσμος της μπεκάτσας στη ρόδα της ζωής και το νερό είναι ο καθρέφτης της.

Στην ίδια κατηγορία